Ο Χρόνιος Πόνος (ΧΠ) αναγνωρίζεται σαν ένα μεγάλο πρόβλημα δημόσιας υγείας, που προκαλεί σημαντική οικονομική και κοινωνική επιβάρυνση. Η κατάσταση αυτή δεν επηρεάζει μόνο τον ασθενή (σαν ένα αισθητικό και συναισθηματικό πρόβλημα) αλλά και την οικογένεια και τον κοινωνικό κύκλο του. Το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο, που θεωρείται ουσιώδες στον πόνο, αποτελεί το περίγραμμα για την κατανόηση του πώς σχετίζονται διάφορες ασθένειες , μέσω μιας εκτίμησης αισθητικών, διανοητικών και διαπροσωπικών παραγόντων. `Ετσι μέσα σ´αυτά τα πλαίσια, έχει αποδειχτεί ότι ο Χρόνιος Πόνος σχετίζεται συχνά με άλλες διαδικασίες που με τη σειρά τους επηρεάζουν πολύ τον πόνο.
Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορα μέρη έχουν δείξει ότι ο ΧΠ επηρεάζει μεταξύ 10%-30% των ενηλίκων στην Ευρώπη. Πραγματικά, μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ένα επιπολασμό 16,6% αυτής της κατάστασης στο γενικό πληθυσμό της Ισπανίας, με τουλάχιστον ένα άτομο επηρεασμένο σε κάθε τέσσερα νοικοκυριά. Η εμπειρία του πόνου επηρεάζει διάφορες πλευρές της ζωής του ασθενούς επηρεάζοντας αρνητικά τις καθημερινές του δραστηριότητες, τη φυσική και διανοητική του υγεία, τις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις στο χώρο εργασίας.
Η ποιότητα της ζωής (ΠΖ), διανοητική και φυσική, είναι άλλο ένα μέτρο των αρνητικών επιδράσεων του πόνου. Διάφορες μελέτες σε ασθενείς με ινομυαλγία, ρευματοειδή αρθρίτιδα ή ασφυαλγία έδειξαν ότι αυτές οι καταστάσεις προκαλούν συχνά μια αξιοσημείωτη επιδείνωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.
Εξ αυτού ο πόνος αναγνωρίζεται ως καθοριστικός παράγοντας ποιότητας ζωής. Η ποιότητα ζωής σχετική με την υγεία (HRQoL) έχει διαφορετικό περιεχόμενο για κάθε άτομο. Σχετίζεται με τα συμπτώματα της νόσου, τη λειτουργικότητα του ατόμου, την ψυχολογική του κατάσταση καθώς και υπαρξιακά και πνευματικά ζητήματα.
Οι παράμετροι της ποιότητας ζωής αναζητούν σε συγκεκριμένο χρόνο τη διαφορά ανάμεσα στο τι ελπίζει και περιμένει ο ασθενής και την πραγματική του εμπειρία από την κατάσταση που βιώνει . Παράμετροι της ποιότητας ζωής είναι τα συμπτώματα της νόσου, η ικανοποίηση από τη θεραπεία, η λειτουργική του ικανότητα, η ικανότητα για εργασία, η συναισθηματική ισορροπία, η συνύπαρξη μέσα στην οικογένεια, τα μελλοντικά του σχέδια, η σεξουαλική του ζωή και η κοινωνική του ζωή.
Πολλές μελέτες που ανέλυσαν τα αποτελέσματα του ΧΠ στη ζωή του ασθενούς επεσήμαναν την στενή σχέση μεταξύ αυτού και της μειωμένης φυσικής δραστηριότητας. Στην πραγματικότητα η ένταση, η διάρκεια ή ο εντοπισμός του πόνου έχουν αποφασιστική επίδραση στη φυσική δραστηριότητα του ασθενούς, μειώνοντας τη μέχρι το σημείο αναπηρίας, που με τη σειρά της επηρεάζει άλλες πλευρές της καθημερινότητας.
Σε μια μελέτη σε άτομα με χρόνιο πόνο της μέσης, η δυνατότητα εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων μειώθηκε σε μόλις πάνω από το ένα τρίτο των ατόμων(31,7%), ενώ αλλού ο φυσικός περιορισμός ήταν εμφανής σε 50% των ασθενών με ογκολογικό πόνο. Σε μια έρευνα στην Ευρώπη, τα περισσότερα άτομα με ΧΠ υπέφεραν από διάφορους περιορισμούς με την ικανότητα να εκτελέσουν έντονη φυσική άσκηση, να περπατήσουν, να εκτελέσουν οικιακές εργασίες, να συμμετέχουν σε κοινωνικές εκδηλώσεις και να διατηρήσουν ένα ανεξάρτητο μοτίβο ζωής να είναι αυτά που επηρεάζονταν περισσότερο.
Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε άλλες μελέτες συγκεκριμένων ομάδων ασθενών, όπως των πασχόντων από ινομυαλγία ή αυτών με γενικευμένο πόνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι περιορισμοί που υπάρχουν είναι πιο σοβαροί, με τους ασθενείς να δυσκολεύονται σημαντικά στην εκτέλεση βασικών δραστηριοτήτων, όπως το να σηκωθούν ή να καθίσουν.
Να επισημανθεί ότι οι ασθενείς με ΧΠ (σε αντιπαραβολή με τα ελεύθερα πόνου άτομα) δεν συναισθάνονται το επίπεδο της δραστηριότητάς τους με δεδομένο ότι οι υποκειμενική και η αντικειμενική μέτρηση της φυσικής δραστηριότητας διαφέρουν. Αυτό είναι ενδιαφέρον επειδή εάν οι ασθενείς επερεκτιμούν το επίπεδο δραστηριότητας, ίσως το θεωρούν επαρκές, και έτσι εξαλείφεται το κίνητρο για αλλαγή συμπεριφοράς προς αύξηση της δραστηριότητάς τους. Η πρόθεση και θέληση για αλλαγή είναι αποφασιστικός παράγοντας πρόγνωσης στις συμπεριφορικές παρεμβάσεις σε σχέση με τα θεωρητικά μοντέλα που εφαρμόζονται. Αυτό εξηγεί το γιατί το να κάνουμε τους ασθενείς να συνειδητοποιούν τις συμπεριφορές τους εξασφαλίζει την υιοθέτηση ενός υγιεινότερου τρόπου ζωής, που τους κάνει πιο ενεργητικούς και μειώνει την ανικανότητα που προκαλεί ο πόνος τους.
Διαταραχές του ύπνου συμβαίνουν συχνά σε ασθενείς με ΧΠ, και σχετίζονται συχνά με την ποιότητα ζωής. Οι διαταραχές ύπνου μπορούν να επηρεάσουν τα επίπεδα άγχους και συνεπώς τέτοιες διαταραχές προκαλούν δυσκολίες στην εκτέλεση απλών εργασιών από τους ασθενείς και μπορούν να επηρεάσουν ακόμα και την αντιληπτική τους ικανότητα, επηρεάζοντας αντίστοιχα τις καθημερινές εργασίες στο χώρο δουλειάς και στο σπίτι. Η σωστή διάγνωση των διαταράχων ύπνου και η επαρκής αντιμετώπισή τους είναι σημαντικά στις διαχείρηση-αντιμετώπιση ασθενών με ΧΠ, και ίσως είναι ένας τρόπος βελτίωσης της ΠΖ των ασθενών.
Η επίδραση του πόνου στο εργασιακό περιβάλλλον είναι ένας σημαντικός παράγοντας που πρέπει να αναλογιστούμε σε ασθενείς με ΧΠ. Μελέτες από διάφορες χώρες έδειξαν ότι ασθενείς με πόνο παρουσιάζουν προβλήματα απουσίας από την εργασία. Όχι μόνο χρειάζονται να αλλάξουν τα καθήκοντα ή τη θέση τους, αλλά ίσως τελικά χάσουν τη δουλειά τους σαν αποτέλεσμα των συμπτωμάτων πόνου.
Η ανικανότητα που προκαλεί ο πόνος και η εξάρτηση που αυτή συχνά επιφέρει μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην οικογένεια και στους φίλους.
Σε μελέτη παρατηρήθηκε ότι μεγάλο ποσοστό των συγγενών ασθενών με ΧΠ υπέφεραν από άγχος η θλίψη και είχαν σταματήσει να συμμετέχουν σε κοινωνικές εκδηλώσεις εξαιτίας της ύπαρξης πόνου στην οικογένεια. Η ταλαιπωρία ενός αγαπημένου προσώπου από τον πόνο αναφέρεται αλλού ως μια δυσβάσταχτη εμπειρία για τα μέλη της οικογένειας που τους φροντίζουν και συχνά ο πόνος ή η αγωνία των ασθενών γίνεται έμμεσα αισθητή, μεταμορφώνεται, φαντασιώνεται η διαστρέφεται από τους φροντιστές που την θεωρούν χειρότερη από ότι είναι στην πραγματικότητα.Γενικά η ύπαρξη πόνου έχει αρνητική επίδραση στο οικογενειακό περιβάλλον κάτι που γίνεται αντιληπτό πιο έντονα από τους συγγενείς, από ότι από τον ίδιο τον ασθενή, ειδικά από τα μέλη εκείνα που αναλαμβάνουν τη φροντίδα τους. Τόσο οι ασθενείς όσο και οι συγγενείς τους αναγνωρίζουν ότι τη μεγαλύτερη επίδραση στην οικογένεια από την ύπαρξη του πόνου έχει η αίσθηση στεναχώριας, οι συναισθηματικές μεταβολές, ο περιορισμός των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων μαζί με τις διαταραχές του ύπνου.
Είναι προφανής η ανάγκη μιας σφαιρικής και πολυσυλλεκτικής προσέγγισης για τη βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς και των περιρέουσων συνθηκών, εφαρμόζοντας τόσο φαρμακολογικές όσο και μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις. Για την επίτευξη αυτού του στόχου θα πρέπει να διερευνούνται οι κοινωνικοί παράγοντες που επιδρούν στους ασθενείς με πόνο.
Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των επιπτώσεων που έχει ο πόνος στις καθημερινές δραστηριότητες των ασθενών και οι επιδράσεις τους στην οικογένεια ή την εργασία, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σαν μέσα βελτίωσης της ποιότητας ζωής του ασθενούς και της οικογένειάς του.

